Αγαπητέ αναγνώστη, καλωσήρθες στο review του Dead Take και θα σου πω, πως σίγουρα όλοι έχουμε δει εκείνο το concept που ξυπνάει κάποιος σε έναν γνώριμο χώρο, αλλά κάτι δεν πάει καλά. Αυτή ακριβώς την αίσθηση πετυχαίνει το Dead Take από το πρώτο κιόλας λεπτό. Δεν είναι ο κλασσικός τρόμος που σου πετάγονται τα πάντα στην οθόνη, είναι αυτός που σου ψιθυρίζει, αφήνοντάς σε ανήσυχο πριν καν καταλάβεις το γιατί. Η Surgent Studios, η ομάδα πίσω από το Tales of Kenzera: ZAU, φαίνεται πως θέλησε να κάνει μια τελείως διαφορετική στροφή αυτή τη φορά. Εκεί που το Kenzera ήταν συγκινητικό και πνευματικό, το Dead Take είναι ψυχρό και παράξενο. Αντί να σε καθοδηγεί σε ένα ηρωικό ταξίδι, σε ρίχνει μέσα σε ένα ψυχολογικό puzzle κουτί όπου κάθε απάντηση μοιάζει με μία άλλη ερώτηση.

Παίζεις ως ο Chase Lowry, ένας ηθοποιός που ξυπνάει σε μία έπαυλη μετά από ένα πάρτι στο Hollywood που πήγε στραβά. Ο φίλος του, Vinny Monroe, έχει εξαφανιστεί και τα μόνα στοιχεία βρίσκονται σε usb drives τα οποία είναι διασκορπισμένα στο σπίτι. Στα χαρτιά, μοιάζει με το κλασικό σενάριο ‘βρες τον αγνοούμενο φίλο σου’. Όμως όσο περισσότερο προχωράς στο mansion, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι δεν ψάχνεις απλώς έναν φίλο, μπαίνεις κατευθείαν σε έναν εφιάλτη μεταμφιεσμένο σε κινηματογραφικό έργο.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι το Dead Take δεν σε κρατάει από το χεράκι. Δεν έχει tutorial, ούτε cutscene που σε εισάγει ομαλά στην ιστορία. Βρίσκεσαι απλώς έξω από μία τεράστια έπαυλη στο Hollywood, με μοναδικούς συντρόφους σου την απόλυτη σιγή και τις σκιές. Νιώθεις λες και το παιχνίδι σε δοκιμάζει, πόσο πρόθυμος είσαι να κάνεις το επόμενο βήμα χωρίς να ξέρεις τι σε περιμένει; Και να πω την αλήθεια, αυτό είναι το σωστό κίνητρο σε ένα τέτοιου είδους παιχνίδι. Όχι τα jump scares, αλλά εκείνη η ενοχλητική ερώτηση στο πίσω μέρος του μυαλού σου, Μήπως δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ;

Με την πρώτη ματιά, το Dead Take μοιάζει γεμάτο κλισέ. Ένας αγνοούμενος φίλος, μία στοιχειωμένη περιοχή και μια ιστορία που ξετυλίγεται μέσα από βίντεο που βρίσκεις, πράγματα που έχουμε δει αμέτρητες φορές σε ταινίες και παιχνίδια. Αλλά εδώ βρίσκεται η ανατροπή, η Surgent Studios δεν αποφεύγει αυτά τα κλισέ, τα χρησιμοποιεί για να παίξει με τις προσδοκίες σου. Το mansion δεν είναι απλά ένα σκηνικό τρόμου, λειτουργεί σχεδόν σαν χαρακτήρας από μόνη του. Διάδρομοι που μοιάζουν ατελείωτοι, κλειδωμένα δωμάτια που σε προκαλούν να βρεις τρόπο να μπεις και χώροι που μοιάζουν ‘λάθος’. Μπορεί να μπεις σε ένα δωμάτιο που ήσουν πριν λίγα λεπτά και να βρεις κάτι διαφορετικό, έπιπλα που προστέθηκαν, ή χειρότερα, κάτι καινούριο να σε περιμένει εκεί. Είναι το είδος της λεπτομέρειας που σε κάνει να αμφισβητείς τη μνήμη σου.

Η ιστορία μπλέκεται με τη σκοτεινή πλευρά του Hollywood. Ο Chase δεν είναι απλά ένας ηθοποιός που ψάχνει τον φίλο του, είναι μάρτυρας σε μια διεστραμμένη αντανάκλαση της βιομηχανίας που υπηρετεί. Αυτά τα usb drives που βρίσκεις; Δεν είναι απλώς στοιχεία, είναι οντισιόνς, συνεντεύξεις και εξομολογήσεις χαρακτήρων που σβήνουν τη γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Το να τα βλέπεις είναι άβολο, σχεδόν σαν να παρακολουθείς κάτι που δεν έπρεπε να δεις ποτέ. Εκεί που το Dead Take ξεχωρίζει είναι στον τρόπο που αφηγείται την ιστορία. Δεν σου κάνει exposition την ιστορία με τόνους διαλόγων, σε αφήνει να τη συναρμολογήσεις μόνος σου, σαν σκηνοθέτης που κόβει και ενώνει φιλμ σε ένα μοντάζ. Δεν είσαι απλά παίκτης, είσαι συνένοχος, ένας βίντεο editor μέσα στον εφιάλτη κάποιου άλλου. Αυτός ο συνδυασμός είναι που κάνει το Dead Take τόσο ελκυστικό. O τρόπος που σε οδηγεί η ιστορία είναι γεμάτος αγωνία, ένταση και μια μόνιμη αίσθηση ότι κάποιος σε παρακολουθεί. Και να σου πω την αλήθεια; Αυτό είναι πιο τρομακτικό από οποιοδήποτε jump scare.

Αν το Dead Take πετυχαίνει κάτι καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, αυτό είναι η ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι σε κάνει να νιώθεις ότι δεν πρέπει να βρίσκεσαι εκεί που βρίσκεσαι. Η σιωπή σε πνίγει, το σκοτάδι σε πλακώνει και ο περιστασιακός βρυχηθμός στο βάθος σε κάνει να παγώνεις στη μέση του βήματος. Δεν πρόκειται να σε τρομάξει με φθηνά κόλπα, προτιμά να τσακίσει την λογική σου αργά, μέχρι που ακόμα και το άνοιγμα μιας πόρτας να μοιάζει με τζόγο. Ο σχεδιασμός του ήχου είναι καθοριστικός παράγοντας σε αυτό το παιχνίδι. Για μεγάλα διαστήματα, ειδικά σε κάποια δωμάτια δεν υπάρχει μουσική, μόνο τα βήματά σου που αντηχούν πάνω στο ξύλινο πάτωμα, ή το αχνό τρίξιμο από κάτι που κινείται από πάνω σου, πίσω σου, γενικότερα παντού. Και ξαφνικά από το πουθενά, ένα χαμηλό βουητό μπαίνει αργά, αρκετό για να σε αναστατώσει. Μερικές φορές εξαφανίζεται τελείως, αφήνοντας πίσω του μια αφύσικη σιωπή που είναι πιο ανησυχητική από οποιονδήποτε ήχο. Αυτή η εναλλαγή μεταξύ θορύβου και σιωπής σε κρατά σε μια συνεχή κατάσταση έντασης. Παίξτο με ακουστικά, με σβηστά τα φώτα και θα καταλάβεις ακριβώς τι εννοώ.

Οπτικά, το mansion είναι ένα αριστούργημα τρόμου. Οι σκιές απλώνονται αφύσικα, το ίδιο το κτίριο μοιάζει σαν να ανασαίνει και το επίπεδο λεπτομέρειας χάρη στην Unreal Engine 5, που κάνει κάθε υφή να φαίνεται ενοχλητικά αληθινή.

Ένα έξυπνο κόλπο του Dead Take είναι ότι κάνει το mansion να μοιάζει ζωντανό. Τα δωμάτια δεν υπάρχουν απλώς για να τα εξερευνήσεις, αλλάζουν ελαφρώς όταν κάνεις progress και πας να τα εξερευνήσεις ξανά. Ένα mannequin που στεκόταν στη γωνία μπορεί να μην υπάρχει την επόμενη φορά που θα περάσεις. Οι πόρτες κλείνουν απότομα και χωρίς προειδοποίηση και μερικές φορές σε κλειδώνουν μέσα μέχρι να λύσεις τον γρίφο. Ακόμη και οι χώροι που θεωρούσες ‘ασφαλείς’ μπορούν ξαφνικά να στραφούν εναντίον σου. Αυτή η απρόβλεπτη συμπεριφορά κάνει την εξερεύνηση αγχωτική, γιατί η ίδια η mansion γίνεται ο βασικός σου αντίπαλος.
Ναι, υπάρχουν μερικά jump scares εδώ κι εκεί, αλλά είναι λιγοστά, σχεδόν σαν σημεία στίξης. Ο αληθινός τρόμος είναι η αναμονή, η ατελείωτη κλιμάκωση που αφήνει τη φαντασία σου να συμπληρώσει τα κενά. Το Dead Take δεν θέλει να ουρλιάξεις μια φορά και να τελειώσει εκεί. Θέλει να ζήσεις μέσα στον τρόμο, να αμφισβητείς κάθε σου βήμα, και να αναρωτιέσαι αν το επόμενο δωμάτιο αξίζει πραγματικά να το ανοίξεις.

Μία από τις πιο τολμηρές επιλογές του Dead Take είναι η μίξη live-action ερμηνειών με τον ψηφιακό του κόσμο. Συχνά το live-action στα παιχνίδια είναι ρίσκο και σε πολλές περιπτώσεις δείχνει φτηνό ή παράταιρο, αλλά εδώ λειτουργεί εντυπωσιακά καλά. Η αντίθεση ανάμεσα στους αληθινούς ηθοποιούς και την ψυχρή, αφύσικη mansion κάνει την εμπειρία ακόμη πιο σουρεαλιστική. Ο Neil Newbon υποδύεται τον Chase Lowry, τον χαρακτήρα του παίκτη. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο Chase δεν μιλάει ποτέ μέσα στο ίδιο το παιχνίδι. Παραμένει σιωπηλός καθώς εξερευνάς. Όμως στα βίντεο που ανακαλύπτεις, βλέπεις έναν άλλο Chase, εκφραστικό και ευάλωτο. Αυτή η διπλή προσωπικότητα του, σου δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση, ο Chase που χειρίζεσαι εσύ είναι σχεδόν άδειος, ενώ ο Chase που βλέπεις στην οθόνη ξεχειλίζει από συναίσθημα. Σαν να κοιτάς δύο εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, μία που ελέγχεις και μία που είναι εντελώς απρόσιτη.

Ο Ben Starr, ως Vinny Monroe, φέρνει μια τελείως διαφορετική ενέργεια. Άλλοτε γοητευτικός και συμπαθητικός, άλλοτε ανησυχητικά έντονος. Είναι ο τύπος του χαρακτήρα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όντως θέλεις να τον βρεις, παρόλο που η ιστορία σε ωθεί προς τα εκεί. Οι Jane Perry και Laura Bailey στους υποστηρικτικούς ρόλους προσθέτουν επιπλέον βάρος, καθώς οι ερμηνείες τους ενσωματώνονται τέλεια στο commentary του παιχνιδιού σχετικά με την υποκριτική, τις οντισιόν και τη σκληρή πλευρά του Hollywood.

Και κάπου εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι το Dead Take δεν είναι απλά μια ιστορία σε ένα στοιχειωμένο σπίτι. Είναι μια ιστορία που αφορά την απόδοση της ταυτότητας στην ερμηνεία. Κάθε usb drive είναι σαν να ξεφλουδίζει μια άλλη μάσκα, αποκαλύπτοντας πόσο η υποκριτική είναι εξομολόγηση, χειραγώγηση ή απελπισία. Το να παρακολουθείς αυτά τα clips δεν μοιάζει με μία τυπική αφήγηση, μοιάζει με εισβολή, σαν να ξεφυλλίζεις το ημερολόγιο κάποιου ή να κρυφακούς μυστικά που δεν έπρεπε ποτέ να μάθεις.
Αυτό το επίπεδο είναι που απογειώνει ολόκληρο το παιχνίδι. Επιφανειακά, είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ για έναν αγνοούμενο φίλο και από κάτω κρύβεται μια κριτική για μια βιομηχανία χτισμένη πάνω στις εμφανίσεις, όπου κάθε οντισιόν είναι μία ερμηνεία αλλά και μία έκκληση. Αυτή η ταύτιση φαντασίας και πραγματικότητας κάνει το Dead Take να μοιάζει πολύ πιο προσωπικό και πολύ πιο ανατριχιαστικό από το μέσο escape room horror.

Τα περισσότερα escape room games ακολουθούν έναν απλό κανόνα, είσαι κλειδωμένος μέσα και ο στόχος είναι να βγεις έξω. Το Dead Take στρέφει αυτή την προσδοκία 180 μοίρες. Εδώ, δεν προσπαθείς να ξεφύγεις από τo mansion, σε τραβάει όλο και πιο βαθιά μέσα του. Κάθε γρίφος που λύνεις δεν σε φέρνει πιο κοντά στην ελευθερία, αλλά πιο κοντά στην καρδιά του εφιάλτη. Είναι μια έξυπνη σχεδιαστική επιλογή. Αντί να πολεμάς το περιβάλλον, παρασύρεσαι σε αυτό, ξεγυμνώνοντας στρώματα μυστηρίου που ίσως να μην θέλεις να δεις. Αυτή η ανατροπή αλλάζει τον τρόπο που αντιμετωπίζεις κάθε δωμάτιο. Σε ένα κλασικό escape room, το ξεκλείδωμα μιας πόρτας είναι ανακούφιση. Στο Dead Take, είναι φόβος. Διστάζεις και αναρωτιέσαι αν θες πραγματικά να δεις τι υπάρχει από την άλλη πλευρά.

Οι γρίφοι δεν είναι υπερβολικά περίπλοκοι και αυτό λειτουργεί υπέρ του παιχνιδιού. Βασίζονται περισσότερο στη μνήμη και στην παρατήρηση παρά σε πολύπλοκη λογική. Να εντοπίσεις ένα κωδικό σε πίνακες, να συνδέσεις δύο κομμάτια βίντεο, όλα αυτά εξαρτώνται από το πόσο προσεκτικά κοιτάς και σκέφτεσαι. Και ενώ κανένας από αυτούς τους γρίφους δεν θα σε ‘κάψει’, κάνουν κάτι πολύ σημαντικό, σε κρατούν ενεργό χωρίς να σε αποσπούν από την ιστορία. Η εξερεύνηση όμως είναι εκεί που το Dead Take πραγματικά λάμπει. Συχνά, η επίλυση ενός γρίφου πυροδοτεί ένα ανησυχητικό γεγονός, μια πόρτα που κλείνει απότομα ή δυνατά χτυπήματα στην πόρτα σαν κάποιος να θέλει να μπει απεγνωσμένα εκεί που είσαι εσύ. Είναι μια διακριτική υπενθύμιση ότι η πρόοδος σου έχει συνέπειες και κάνει κάθε λυμένο γρίφο να φαίνεται ικανοποιητικός με περισσότερους από έναν τρόπους.

Το Dead Take δεν είναι μεγάλο παιχνίδι. Ανάλογα με το πόσο σχολαστικός είσαι, διαρκεί από τέσσερις μέχρι έξι ώρες. Στα χαρτιά, αυτό ακούγεται λίγο, ειδικά σε μια βιομηχανία όπου συχνά η διάρκεια ταυτίζεται με την αξία. Στην πράξη όμως, αυτή η συντομία λειτουργεί υπέρ του. Το παιχνίδι δεν γίνεται ποτέ κουραστικό. Κάθε δωμάτιο, κάθε γρίφος, κάθε βίντεο είναι προσεγμένο και στοχευμένο. Δεν υπάρχουν fillers, ούτε άσκοπα backtrackings για να τραβήξουν τη διάρκεια. Όταν το story φτάνει στην κορύφωση του, κλείνει αποφασιστικά, χωρίς να παρατείνεται μόνο και μόνο για να φαίνεται πιο μεγάλο. Αυτό το είδος ρυθμού είναι σπάνιο στα horror games, τα οποία συχνά χάνουν τη δυναμική τους στα μισά. Το Dead Take, αντίθετα, παραμένει ευκρινές, σχεδόν χειρουργικό στον τρόπο με τον οποίο προκαλεί τρόμο και αποκαλύψεις. Το μικρό μήκος της διάρκειας κάνει την εμπειρία ακόμη πιο έντονη. Επειδή δεν βυθίζεσαι σε μια μακρά διαδικασία, μένεις συνεχώς σε εγρήγορση, περιμένοντας την επόμενη ανατριχιαστική ανακάλυψη. Κατά κάποιον τρόπο, ο περιορισμένος χρόνος εκτέλεσης αντικατοπτρίζει τη δομή ενός θεατρικού έργου, συγκεντρωμένο και φορτισμένο με έντονη ατμόσφαιρα.

Κι όμως, ακόμα και μετά το τέλος των credits, το Dead Take θα παραμείνει στο μυαλό σου. Είναι από εκείνα τα παιχνίδια που θα τα θυμάσαι για αρκετό διάστημα. Θα πιάσεις τον εαυτό σου να ξαναθυμάται κάποια clips, να αναρωτιέται για τα θολά όρια μεταξύ ηθοποιού και χαρακτήρα, ερμηνείας και πραγματικότητας. Αυτή η παρατεταμένη ανησυχία είναι ένα χαρακτηριστικό, όχι ένα ελάττωμα. Δείχνει ότι ο σχεδιασμός του παιχνιδιού δεν είχε ποτέ να κάνει με την ποσότητα, αλλά με την απήχηση. Πολλά horror games κρατάνε δεκάδες ώρες και στο τέλος, θυμάσαι μόλις τα μισά από όσα συνέβησαν. Το Dead Take αποδεικνύει ότι μια εμπειρία με σαφή εστίαση μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματική. Δεν είναι μεγάλο και δεν χρειάζεται να είναι. Ο αντίκτυπος δεν βρίσκεται στις ώρες που ξόδεψες, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ώρες σε στοιχειώνουν μετά.
Συμπερασματικά, το Dead Take δεν είναι το είδος horror παιχνιδιού που θα αρέσει σε όλους. Είναι παράξενο, άβολο και σκόπιμα αινιγματικό. Αν ψάχνεις jumpscares κάθε πέντε λεπτά ή μια ξεκάθαρη ιστορία, δεν είναι για σένα. Αλλά αν εκτιμάς τον τρόμο που σου μένει, τον τρόμο που σε αναστατώνει με υπονοούμενα και ατμόσφαιρα που σε ζορίζει πραγματικά να θες να συνεχίσεις, τότε μπορώ να σου πω ότι το Dead Take είναι κάτι ξεχωριστό. Η μεγαλύτερη του δύναμή έγκειται στον τρόπο που όλα είναι δεμένα. Οι γρίφοι, τα βίντεο, το περιβάλλον, δεν υπάρχουν απλώς σαν ξεχωριστά κομμάτια. Δίνουν την αίσθηση ότι είναι θραύσματα μιας ευρύτερης ιδέας, η οποία δεν εξηγείται ποτέ πλήρως, αλλά είναι πάντα αισθητή. Αυτή η σκόπιμη ασάφεια κάνει το παιχνίδι τόσο απογοητευτικό όσο και συναρπαστικό, ανάλογα με τον τρόπο που το προσεγγίζεις.

Είναι επίσης ένα παιχνίδι που σέβεται τον χρόνο σου. Σε μια εποχή γεμάτο με open world παιχνίδια και ατέλειωτου περιεχομένου, το Dead Take είναι συμπαγές και στοχευμένο. Σου δίνει ό,τι θέλει να σου δώσει και τελειώνει, χωρίς περιττά στοιχεία και φούσκες. Κι όμως, αφήνει πίσω του περισσότερα απ’ όσα καταφέρνουν να αφήσουν, παιχνίδια διπλάσια ή τριπλάσιας διάρκειας. Η αίσθηση ότι σε παρακολουθούν, σε χειραγωγούν, ή ότι είσαι συνένοχος στον τρόμο, δεν φεύγει όταν εμφανίζονται οι τίτλοι τέλους.
Είναι τέλειο; Όχι. Κάποιοι μπορεί να θέλουν περισσότερη δράση, άλλοι μπορεί να επιθυμούν λιγότερη ασάφεια στην αφήγηση. Αλλά αυτές οι ‘ατέλειες’ είναι επίσης μέρος αυτού που το κάνει να φαίνεται μοναδικό. Το Dead Take δεν προσπαθεί να είναι ομαλό ή ασφαλές, θέλει να είναι μπερδεμένο και βαθιά προσωπικό. Τέλος, το Dead Take σου υπενθυμίζει πως ο τρόμος δεν χρειάζεται να είναι θορυβώδης για να είναι αποτελεσματικός. Μερικές φορές, αρκεί να είναι αρκετά παράξενος για να τρυπώσει κάτω από το δέρμα σου και να μείνει εκεί.
Βαθμολογία: 8,5/10
Διαβάστε ακόμα:
Μήνυση της Blizzard κατά των δημιουργών του Turtle WoW
Το Roblox προσθέτει μια ακόμα λειτουργία για την ασφάλεια των ανήλικων χρηστών του






















Σχόλια 1