Αυτή τη φορά, λέω να ξεκινήσω με ένα τρόπο που δεν συνηθίζω. Με μια βαρύγδουπη φράση. Ε, λοιπόν, το Hell Clock είναι ίσως ένα από τα καλύτερα roguelikes παιχνίδια που έχω παίξει (αν όχι το καλύτερο). Ναι εδώ κάπου βέβαια, και για να προλάβω μερικούς μερικούς, θα πρέπει να σας πω ότι τα roguelikes παιχνίδια που έχω παίξει είναι μετρημένα στα δάχτυλα, οπότε σίγουρα θα υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω. Όμως για μένα, το διαμάντι των Rogue Snail και Mad Mushroom, κατάφερε να βρίσκεται πλέον στην κορυφή της λίστας μου.
Πάμε τώρα να δούμε το γιατί.
Το Hell Clock είναι ένα παιχνίδι το οποίο έχει βασιστεί σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα, τα οποία και παρουσιάζει με αρκετή δόση αλληγορίας και φαντασίας. Πιο συγκεκριμένα, μας πάει πίσω στη Βραζιλία του 1896, όπου και ξέσπασε ο War of Canudos, μιας κωμόπολης η οποία αντιτάχθηκε στην Πρώτη Επίσημη Δημοκρατία της Βραζιλίας, υποστηρίζοντας ότι αυτή η «δημοκρατία» διέφερε από το προηγούμενο καθεστώς της Μοναρχίας μόνο στην πιο σκληρή φορολογία. Τώρα, περισσότερες ιστορικές λεπτομέρειες για το τι γινόταν εκείνη την περίοδο στη Βραζιλία, δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Αυτό όμως που μας ενδιαφέρει είναι το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα λοιπόν που λέτε, είναι ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις της Βραζιλίας κατέστρεψαν ολοσχερώς το Canudos, πραγματοποιώντας μια από τις μεγαλύτερες σφαγές της ιστορίας.

Κι εδώ είναι που μπαίνουμε εμείς. Ένας από τους τελευταίους επιζώντες του Canudos. Βέβαια, το Canudos στο παιχνίδι δεν έχει καταστραφεί από ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά από μια στρατιά της κολάσεως η οποία εξαπέλυσε τις δαιμονικές τις ορδές στον κόσμο μας. Νομίζω δεν χρειάζεται να μπω σε διαδικασία να εξηγήσω την παρομοίωση εδώ, μιας και ακόμα και στο εικαστικό κομμάτι, αυτές οι στρατιές έχουν αρκετές ομοιότητες με τις μιλιταριστικές μονάδες της τότε εποχής.


Το παιχνίδι ξεκινάει σε ένα κατεστραμμένο μοναστήρι, όπου και σύντομα γίνεται η βάση του χαρακτήρα μας. Όμως στα υπόγεια του μοναστηριού κρύβονται ακόμα πλάσματα τα οποία απειλούν τον έξω κόσμο. Εκτός από τα υπόγεια του μοναστηριού, το παιχνίδι έχει ακόμα δύο επίπεδα (Acts) που θα πρέπει να καθαρίσουμε από τις δαιμονικές δυνάμεις. Ένα που μας πάει στην έρημο, οπού και θα έρθουμε αντιμέτωποι με τις δυνάμεις των δαιμόνων που έχουν ήδη αρχίσει να προελαύνουν και ένα με εντελώς διαφορετικό στυλ, όπου μας πάει σε μια πιο σύγχρονη εποχή στον σταθμό ενός υπογείου μετρό αλλά και σε ένα νοσοκομείο, όπου και εκεί θα αντιμετωπίσουμε τον κύριο κακό της ιστορίας. Τώρα το τι και το πώς, δεν θα σας το αναλύσω, για ευνόητους λόγους, οπότε κάπου εδώ τελειώνουμε με το κομμάτι της ιστορίας.

Και περνάμε στο gameplay, όπου είναι και το κομμάτι στο οποίο το παιχνίδι λάμπει. Αρχικά, το κύριο στοιχείο του Hell Clock είναι ο χρόνος, μιας και στην ουσία, αυτός είναι και ο πιο ισχυρός αντίπαλός μας. Ο χαρακτήρας μας έχει για κάποιο λόγο (no spoils) στην κατοχή του ένα μαγικό ρολόι χειρός, το οποίο ουσιαστικά επαναφέρει τον χαρακτήρα μας στη ζωή όταν πεθάνει. Κάτι το οποίο και δεν γλιτώνουμε στο παιχνίδι, αφού το ίδιο ρολόι μας δίνει κάθε φορά πολύ συγκεκριμένο χρόνο ζωής. Ο περιορισμένος χρόνος λοιπόν, είναι το κύριο (και αρκετά εκνευριστικό) χαρακτηριστικό του Hell Clock.


Όμως κάθε φορά που επιστρέφουμε στη ζωή, ερχόμαστε πιο δυνατοί, έχοντας κρατήσει ό,τι πόρους έχουμε συλλέξει πριν πεθάνουμε. Αυτούς τους πόρους μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε είτε για να αγοράσουμε καλύτερο εξοπλισμό, είτε για να αναβαθμίσουμε τα relics μας (θα φτάσουμε και σε αυτά), είτε για να ξεκλειδώσουμε passive ικανότητες (όπως π.χ. περισσότερο χρόνο ή και τα Red Portals που μας μεταφέρουν αυτόματα σε κατώτερα επίπεδα).

Ο χαρακτήρας μας έχει 5 slots στα οποία μπορεί να «κουμπώσει» 5 διαφορετικά skills τα οποία θα μπορεί να χρησιμοποιήσει όταν κατεβαίνει για να σκοτώσει δαίμονες. Γενικά τα διαθέσιμα skills είναι αρκετά και το κάθε ένα δίνει και κάτι διαφορετικό, κάτι το οποίο σημαίνει πως έχουμε μια μεγάλη ελευθερία στο πώς θα παίζουμε κάθε φορά. Βασικό στοιχείο θα έλεγε κανείς για ένα παιχνίδι με επαναληψιμότητα. Τα skills αυτά μπορούμε να τα ανεβάσουμε level (μέσω του passive skill tree), αλλά και να τους προσθέσουμε power ups κατά τη διάρκεια των runs μας (τα οποία όμως γίνονται reset όταν πεθαίνουμε).

Ένας ακόμα τρόπος για να κάνουμε τα skills όμως πιο δυνατά, είναι και τα Relics. Ουσιαστικά, πρόκειται για αντικείμενα τα οποία έχουμε στην τσάντα μας τα οποία δίνουν extra effects στα ανάλογα skills. Άρα λοιπόν, αν θέλουμε να έχουμε μια σοβαρή πιθανότητα να τελειώσουμε το κάθε επίπεδο θα πρέπει να έχουμε και τα skills που μας ταιριάζουν, αλλά και τα αντίστοιχα relics που θα τα ενδυναμώνουν.
Και τέλος, πάμε στο endgame, το οποίο φυσικά και δεν τελειώνει με την ιστορία του παιχνιδιού. Καθώς, άπαξ και τελειώσουμε το story, εκεί είναι που ξεκινάει το «καλό». Αφού τότε ξεκλειδώνεται και ένα νέο skill tree, το οποίο όμως δεν δίνει ικανότητες και στατιστικά σε εμάς, αλλά στους αντιπάλους μας. Ουσιαστικά, με κάθε debuff που προσθέτουμε, αυξάνεται και η δυσκολία κατά 1-3 levels (ανάλογα με το debuff) με ανώτατο όριο τα 75 levels. Στον αντίποδα, γίνεται διαθέσιμο και ένα σύστημα αστερισμών, ναι βασικά ένα ακόμα skill tree μην γελιόμαστε, το οποίο δίνει passive δυνάμεις στον χαρακτήρα μας, ούτως ώστε να έχουμε κάποιες πιθανότητες να επιβιώσουμε στα μεγάλα Hell levels.


Η δυσκολία θα μπορούσα να πω πως είναι κάπως περίεργη, μιας και μέχρι κάποια levels είναι όλα καλά. Όμως από κάποιο σημείο και μετά αυξάνεται τόσο απότομα που δεν καταλαβαίνεις από που σου ήρθε.
Βέβαια, σε περίπτωση που κάποιος θέλει απλά να περάσει μερικές ώρες χαλαρώνοντας, το παιχνίδι έχει και ένα είδος easy mode, προσφέροντας τις επιλογές του να αυξάνονται τα στατιστικά του χαρακτήρα μετά από κάθε θάνατο αλλά και την αφαίρεση του χρόνου γενικά (αυτή την επιλογή δεν την συνιστώ μιας και έτσι χάνεται η όλη ταυτότητα του παιχνιδιού).

Γενικά πρόκειται για ένα παιχνίδι στο οποίο πέρασα αρκετές ώρες χωρίς να κουραστώ ιδιαίτερα. Κυρίως επειδή μπορούσα και άλλαζα τα skills και δοκίμαζα νέες τακτικές (με τις περισσότερες από αυτές να αποτυγχάνουν παταγωδώς). Όμως πρακτικά, αυτή είναι η ουσία αυτών των παιχνιδιών κι εκεί κρίνεται κατ’ εμέ το πόσο καλό είναι ένα roguelike παιχνίδι. Στο πόσο γρήγορα σε κάνει να βαρεθείς, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Και το Hell Clock, νομίζω πως τα καταφέρνει μια χαρά στο να κρατήσει τους παίχτες του με αμείωτο ενδιαφέρον.

Επίσης κάτι τελευταίο, εμπιστευτείτε με και παίξτε το παιχνίδι με τον original ήχο στα Πορτογαλικά κι όχι με την Αγγλική μετάφραση. Οι δημιουργοί του έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά στο voice over.
Βαθμολογία: 8,5/10
Διαβάστε ακόμα:
Αποκαλύφθηκαν οι πόλεις που θα διεξαχθεί το Pokémon GO Tour 2026
Ξεκίνησε από χθες το δεύτερο Summer Special event στο Marvel Rivals


























