Καλησπέρα αγαπητέ αναγνώστη και καλωσήρθες, σε ένα ακόμα review εδώ στο Gamelab. Υπάρχουν πολλά co-op horror παιχνίδια που υπόσχονται αξέχαστες στιγμές. Λίγα όμως καταφέρνουν πραγματικά να τις δημιουργήσουν. Το The Mound: Omen of Cthulhu είναι ένα από αυτά. Όχι επειδή διαθέτει εντυπωσιακά cinematics ή ανατροπές στο story, αλλά επειδή δημιουργεί συνεχώς καταστάσεις που δύσκολα ξεχνάς.
Βασισμένο στη νουβέλα του H.P. Lovecraft, The Mound, το παιχνίδι συνδυάζει extraction mechanics, psychological horror, stealth και co-op με έναν τρόπο που δύσκολα θυμίζει οτιδήποτε άλλο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή. Δεν προσπαθεί να γίνει άλλο ένα Left 4 Dead ούτε να αντιγράψει τα κλασικά survival horror με το ατελείωτο crafting. Έχει τη δική του ταυτότητα.

Δεν είναι φυσικά αψεγάδιαστο. Υπάρχουν στιγμές που γίνεται υπερβολικά punishing, ενώ αρκετά από τα mechanics του θα μπορούσαν να είναι πιο καλοδουλεμένα. Παρ’ όλα αυτά, το The Mound: Omen of Cthulhu είναι ίσως μία από τις πιο ιδιαίτερες multiplayer horror εμπειρίες των τελευταίων χρόνων.

Το πρώτο πράγμα που σου τραβάει την προσοχή είναι το setting. Αντί για στοιχειωμένα σπίτια ή εγκαταλελειμμένα εργαστήρια, η ACE Team μεταφέρει τη δράση στη Νότια Αμερική του 17ου αιώνα. Εσύ και η ομάδα σου αναλαμβάνετε τον ρόλο Ισπανών explorers που εισχωρούν σε μια καταραμένη ζούγκλα αναζητώντας αμύθητους θησαυρούς, αδιαφορώντας πλήρως για όλες τις προειδοποιήσεις που λένε πως κανείς δεν πρέπει να πλησιάσει αυτό το μέρος. Η βασική ιδέα είναι απλή, όμως λειτουργεί εξαιρετικά.

Κάθε αποστολή ξεκινά πάνω στο galleon της αποστολής, όπου κάνεις accept contracts, μοιράζεστε τον διαθέσιμο εξοπλισμό εσύ και η ομάδα σου, αγοράζεις upgrades και επιλέγεις ποια περιοχή της ζούγκλας θα εξερευνήσεις. Όσο προχωράς βαθύτερα, ανακαλύπτεις εγκαταλελειμμένα οχυρά, ημερολόγια προηγούμενων αποστολών και μικρά κομμάτια μιας ιστορίας που οδηγεί σταδιακά προς το μυστηριώδες Mound.
Η αφήγηση ακολουθεί πιο διακριτική προσέγγιση. Δεν βασίζεται σε μεγάλα cinematics ούτε σε συνεχείς διαλόγους. Αντίθετα, αφήνει τα journals, το περιβάλλον και τις εξαιρετικές ερμηνείες των χαρακτήρων να χτίσουν σταδιακά το μυστήριο. Η ιστορία εξελίσσεται φυσικά, δίνοντας πραγματικό κίνητρο σε κάθε νέα αποστολή πέρα από τη συλλογή πολύτιμων αντικειμένων.

Παράλληλα, η επιρροή του Lovecraft γίνεται αισθητή χωρίς να καταφεύγει συνεχώς σε γιγάντια τέρατα ή εντυπωσιακές εμφανίσεις του Cthulhu. Το παιχνίδι επενδύει περισσότερο στην αμφιβολία και στην ψυχολογική πίεση. Η πραγματικότητα αρχίζει να αλλοιώνεται πολύ πριν εμφανιστούν οι πραγματικοί εχθροί, γεγονός που κάνει κάθε νέα συνάντηση ακόμα πιο ανατριχιαστική.

Το βασικό gameplay loop είναι γνώριμο. Κάνεις accept ένα contract. Μπαίνεις στη ζούγκλα. Συλλέγεις valuables. Ολοκληρώνεις τα objectives. Και προσπαθείς να επιστρέψεις ζωντανός. Αν αποτύχεις, τα χάνεις σχεδόν όλα.
Στην επιφάνεια, το The Mound ακολουθεί τη λογική που έχουμε συνηθίσει από τα extraction παιχνίδια. Η ACE Team, όμως, προσθέτει αρκετές δικές της ιδέες ώστε η εμπειρία να αποκτήσει ξεχωριστή ταυτότητα και να μη θυμίζει απλώς ένα ακόμα Hunt: Showdown ή Escape from Tarkov.
Ένα από τα πιο έξυπνα στοιχεία είναι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται τον εξοπλισμό. Δεν δημιουργείς το αγαπημένο σου loadout και το χρησιμοποιείς σε κάθε mission. Αντίθετα, κάθε contract καθορίζει τι όπλα και εργαλεία θα έχει διαθέσιμη η ομάδα. Κάποιες φορές όλοι κρατούν όπλα. Άλλες, υπάρχει μόνο ένα musket και πρέπει να αποφασίσετε ποιος θα αναλάβει τη μάχη, ποιος θα κρατάει το lantern στα σκοτεινά σημεία και ποιος θα γεμίσει το σακίδιό του αποκλειστικά με loot. Είναι μια απλή ιδέα, αλλά λειτουργεί εξαιρετικά, γιατί αναγκάζει τους παίκτες να επικοινωνούν πριν καν ξεκινήσει η αποστολή.
Εξίσου πετυχημένο είναι και το ox cart που σας συνοδεύει σχεδόν σε κάθε εξερεύνηση. Δεν αποτελεί απλώς έναν κινητό αποθηκευτικό χώρο. Είναι το σημείο όπου μεταφέρετε τους θησαυρούς, εκεί όπου μπορείτε να κάνετε revive πεσμένους συμπαίκτες, αλλά και ένας φυσικός οδηγός μέσα στη χαοτική ζούγκλα. Πολύ γρήγορα σταματά να μοιάζει με αντικείμενο του παιχνιδιού και γίνεται κυριολεκτικά η σανίδα σωτηρίας της ομάδας.

Δεν λείπουν, βέβαια, και τα προβλήματα. Η πρόοδος του χαρακτήρα δεν είναι πάντα τόσο ικανοποιητική όσο θα περίμενε κανείς. Τα περισσότερα επίπεδα ξεκλειδώνουν αισθητικές αλλαγές αντί για ουσιαστικές βελτιώσεις, ενώ ο επιπλέον εξοπλισμός που αγοράζεις χάνεται σε περίπτωση αποτυχίας. Αυτό σημαίνει πως λίγες συνεχόμενες αποτυχημένες αποστολές υψηλής δυσκολίας μπορούν εύκολα να αδειάσουν το πορτοφόλι σου, αναγκάζοντάς σε να επιστρέψεις σε ευκολότερα contracts μόνο και μόνο για να μαζέψεις ξανά χρήματα. Δεν καταστρέφει το progression, αλλά σίγουρα το κάνει πιο κουραστικό απ’ όσο χρειάζεται.
Αν υπάρχει ένας λόγος να θυμάται κανείς το The Mound: Omen of Cthulhu, αυτός είναι χωρίς δεύτερη σκέψη το σύστημα madness. Δεν πρόκειται απλώς για μια μπάρα που γεμίζει σταδιακά. Είναι ένας συνεχής πόλεμος απέναντι στις αισθήσεις σου.

Στην αρχή όλα μοιάζουν σχετικά αθώα. Ακούς ψιθύρους εκεί που δεν υπάρχει κανείς. Κάτι κινείται ανάμεσα στα δέντρα, αλλά όταν στρέφεις το βλέμμα σου δεν υπάρχει τίποτα. Και ύστερα η κατάσταση ξεφεύγει. Το σπαθί σου μετατρέπεται ξαφνικά σε ένα άχρηστο αντικείμενο. Ένας θησαυρός αποδεικνύεται παγίδα. Οι συμπαίκτες σου αρχίζουν να μοιάζουν με τέρατα. Τα τέρατα μοιάζουν με τους συμπαίκτες σου.
Υπάρχουν στιγμές όπου το παιχνίδι κόβει το proximity voice chat, αφήνοντάς σε να φωνάζεις χωρίς να σε ακούει κανείς. Άλλες φορές ξυπνάς ξαφνικά μόνος σου, αρκετά μέτρα μακριά από την ομάδα, χωρίς να θυμάσαι πώς βρέθηκες εκεί. Κάθε νέα αποστολή προσθέτει όλο και περισσότερα ψυχολογικά παιχνίδια, χωρίς ποτέ να σου εξηγεί ακριβώς τι συμβαίνει. Και αυτό είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα. Η κορυφαία ιδέα, όμως, αφορά τους corrupted συμπαίκτες.
Αν κάποιος πέσει στη μάχη και δεν προλάβεις να τον σηκώσεις, η ζούγκλα δημιουργεί ένα αντίγραφό του. Το πλάσμα αυτό αντιγράφει την εμφάνιση του παίκτη, μιμείται τις κινήσεις του και, το πιο ανατριχιαστικό απ’ όλα, μπορεί να αναπαράγει ηχογραφημένες ατάκες που είπε νωρίτερα κατά τη διάρκεια της αποστολής! Φαντάσου να ακούς έναν φίλο σου να γελάει λίγα μέτρα πιο πέρα, να τον βλέπεις να σε πλησιάζει, και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, να μεταμορφώνεται σε ένα αποκρουστικό πλάσμα που επιτίθεται στην ομάδα.
Είναι από εκείνες τις ιδέες που δύσκολα ξεχνάς. Το παιχνίδι δεν βασίζεται σε φτηνά jump scares. Προτιμά να υπονομεύει την εμπιστοσύνη μεταξύ των παικτών. Και το καταφέρνει εντυπωσιακά. Ελάχιστα co-op horror παιχνίδια έχουν δημιουργήσει τόσο έντονο αίσθημα καχυποψίας μέσα στην ίδια την ομάδα.

Αν το σύστημα madness αποτελεί την ψυχή του παιχνιδιού, τότε η συνεργασία είναι η καρδιά του. Το The Mound δεν σχεδιάστηκε ως ένα shooter, όπου θα καθαρίζεις ασταμάτητα waves εχθρών. Αντίθετα, κάνει ό,τι μπορεί για να σε πείσει ότι η μάχη είναι η τελευταία σου λύση. Πίστεψε με, είναι ακριβώς έτσι. Το stealth είναι σχεδόν πάντα πιο αποτελεσματικό. Το να κινείσαι αθόρυβα, να αποφεύγεις τις άσκοπες συγκρούσεις και να επικοινωνείς συνεχώς με την ομάδα σου αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματικό από το να σημαδεύεις καλά.
Το πρόβλημα είναι ότι όταν τελικά αναγκαστείς να πολεμήσεις, η εμπειρία δεν βρίσκεται πάντα στο ίδιο υψηλό επίπεδο. Οι melee μάχες δείχνουν κάπως άκαμπτες, τα χτυπήματα δεν έχουν πάντα την ακρίβεια που θα περίμενε κανείς και αρκετές φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις αν ένα χτύπημα πέτυχε ή όχι. Τα όπλα, αν και ταιριάζουν θεματικά στην εποχή, αργούν πολύ να κάνουν reload και η χρήση τους συνοδεύεται από τόσο θόρυβο, ώστε αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν. Βέβαια, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακή σχεδιαστική επιλογή.

Η ACE Team θέλει ξεκάθαρα να νιώθεις αδύναμος απέναντι στη ζούγκλα. Δεν είσαι ο Leon S. Kennedy. Είσαι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν τόπο που μοιάζει να σε απορρίπτει σε κάθε σου βήμα. Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές όπου η δυσκολία ξεπερνά τα όρια της πρόκλησης και αγγίζει την απογοήτευση. Ακόμη και με μία πλήρη ομάδα τεσσάρων παικτών, δεν είναι σπάνιο να βρεθείτε ξαφνικά περικυκλωμένοι από δεκάδες εχθρούς χωρίς ουσιαστικό τρόπο διαφυγής. Το παιχνίδι κλιμακώνει αρκετές φορές την πίεση πολύ γρήγορα και έτσι η αποτυχία μοιάζει περισσότερο αναπόφευκτη παρά με αποτέλεσμα κάποιου λάθους της ομάδας.
Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα contracts υψηλής δυσκολίας, ιδιαίτερα εκείνα που διαδραματίζονται στις αλλοιωμένες περιοχές με το μωβ corruption. Εκεί, ακόμη και ένα μικρό λάθος μπορεί να καταστρέψει ένα mission που διαρκούσε μόλις, είκοσι λεπτά. Η πρόκληση είναι διαχρονικά καλοδεχούμενη. Το υπερβολικό punishment, όμως, όχι πάντα.

Εκεί όπου το The Mound πραγματικά εντυπωσιάζει είναι στην ατμόσφαιρά του. Η ζούγκλα δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της περιπέτειας. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Η πυκνή βλάστηση περιορίζει συνεχώς το οπτικό σου πεδίο. Τα κλαδιά λυγίζουν και σπάνε καθώς περνάς από μέσα τους. Η βροχή μετατρέπει ορισμένα όπλα σε άχρηστα κομμάτια μετάλλου, ενώ η ομίχλη μπορεί να κάνει ακόμη και γνωστές διαδρομές να μοιάζουν εντελώς άγνωστες. Το επίπεδο λεπτομέρειας είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο.
Το ίδιο ισχύει και για τον ηχητικό σχεδιασμό. Το proximity voice chat δεν υπάρχει απλώς για λόγους εντυπωσιασμού. Είναι βασικό στοιχείο του gameplay. Αν απομακρυνθείς από την ομάδα, οι φωνές των συμπαικτών σου αρχίζουν να χάνονται μέσα στους ήχους της ζούγκλας, αφήνοντάς σε ολοένα και πιο απομονωμένο. Κάθε σπασμένο κλαδί. Κάθε κραυγή στο βάθος. Κάθε παράξενος ψίθυρος. Όλα αποκτούν σημασία. Συχνά θα σταματήσεις να κινείσαι απλώς για να καταλάβεις αν αυτό που άκουσες ήταν ένας συμπαίκτης, ένα τέρας ή άλλη μία ψευδαίσθηση του παιχνιδιού. Αυτή η συνεχής αμφιβολία είναι που κάνει την ατμόσφαιρα τόσο αποτελεσματική.
Οπτικά, επίσης, το παιχνίδι στέκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Τα χρώματα της ζούγκλας, ο φωτισμός, οι καιρικές συνθήκες και τα εφέ του madness συστήματος συνθέτουν ένα περιβάλλον που καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα όμορφο και απειλητικό. Δεν χρειάζονται συνεχώς jump scares όταν ολόκληρο το περιβάλλον σε κάνει να αισθάνεσαι ανεπιθύμητος.

Τυπικά, το The Mound: Omen of Cthulhu μπορεί να παιχτεί και solo. Στην πράξη, όμως, δύσκολα θα το πρότεινα. Το παιχνίδι συνοδεύει τον solo παίκτη με έναν AI σύμμαχο και η αποτελεσματικότητά του κυμαίνεται από μέτρια έως απογοητευτική. Μερικές φορές βοηθά στις μάχες ή μεταφέρει αντικείμενα, αλλά εξίσου συχνά μένει πίσω, χάνεται μέσα στη βλάστηση ή αγνοεί σημαντικές καταστάσεις που απαιτούν άμεση αντίδραση. Το αποτέλεσμα είναι ότι το solo μοιάζει περισσότερο με δοκιμασία υπομονής παρά με μια εναλλακτική εμπειρία.
Αντίθετα, όταν παίζεις με κανονικούς συμπαίκτες, το παιχνίδι αλλάζει εντελώς χαρακτήρα. Οι συζητήσεις πριν από κάθε αποστολή για το ποιος θα πάρει το musket, ποιος θα κρατήσει το lantern και ποιος θα θυσιάσει χώρο στο inventory του για περισσότερο loot δημιουργούν μια πολύ φυσική συνεργασία.
Και όταν όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά, όταν κάποιος εξαφανίζεται μέσα στην ομίχλη ή όταν ένας ‘συμπαίκτης’ επιστρέφει ξαφνικά χωρίς να απαντά στις ερωτήσεις σου, γεννιούνται εκείνες οι ιστορίες που συνεχίζετε να συζητάτε ακόμη και αφού κλείσετε το παιχνίδι. Αυτό είναι, τελικά, το μεγαλύτερο επίτευγμα της ACE Team.

Το The Mound: Omen of Cthulhu είναι ένα παιχνίδι γεμάτο εξαιρετικές ιδέες. Δεν εκτελούνται όλες με την ίδια επιτυχία, όμως όταν όλα λειτουργούν όπως πρέπει, προσφέρει μία από τις πιο ιδιαίτερες co-op horror εμπειρίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
Το σύστημα madness είναι πραγματικά ευφυές και καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζεσαι με την ομάδα σου. Η ατμόσφαιρα είναι καθηλωτική, η ζούγκλα μοιάζει με έναν ζωντανό εχθρό που αντιδρά σε κάθε σου κίνηση και οι extraction μηχανισμοί δημιουργούν διαρκώς εκείνη την ένταση που σε κάνει να σκέφτεσαι αν αξίζει να ρισκάρεις λίγο ακόμα για έναν τελευταίο θησαυρό.
Από την άλλη πλευρά, το combat χρειάζεται περισσότερη φροντίδα, η δυσκολία ορισμένες φορές ξεφεύγει από τα όρια του δίκαιου, το progression θα μπορούσε να ανταμείβει περισσότερο τον παίκτη και το solo mode δύσκολα μπορεί να σταθεί απέναντι στην co-op εμπειρία.
Παρ’ όλα αυτά, η ACE Team πέτυχε κάτι που δεν βλέπουμε συχνά. Δεν δημιούργησε απλώς άλλο ένα horror παιχνίδι. Δημιούργησε ένα παιχνίδι που σε κάνει να αμφιβάλλεις συνεχώς για όσα βλέπεις, για όσα ακούς και, το σημαντικότερο, για τους ίδιους τους ανθρώπους που πολεμούν δίπλα σου. Και αυτό είναι ίσως το πιο τρομακτικό τέρας που θα συναντήσεις μέσα στη ζούγκλα.
Βαθμολογία 7,5/10
Διαβάστε ακόμα:
Η Arrowhead χαρίζει δωρεάν το M-103 Supply FRV σε όλους τους παίκτες του Helldivers 2
Δεν ξεκίνησε καθόλου καλά η open beta περίοδος του MARVEL Tokon: Fighting Souls



























