Αυτός θα ήταν ο τίτλος στο κείμενο που θα έγραφα σήμερα.
Θα είχε λίγα λόγια για όσα έχω ζήσει 20 χρόνια στις τάξεις.
Θα είχε μια δυο κουβέντες παρηγοριάς για τους γονείς που δεν έχουν βοήθεια από πουθενά και ζουν μέσα στον φόβο για όσα δε βλέπουν, για όσα δε φαίνονται, για όσα μπορεί να μην προλάβουν, για όσα «μη σου τύχουν».
Θα είχε και λίγη έμπνευση για τα πιτσιρίκια, ήμουν πολύ καλή σ’ αυτό όσο προετοίμαζα παιδιά για να δώσουν πανελλήνιες, τα λόγια είναι εύκολα όταν είσαι ο «μεγάλος» της υπόθεσης.
Ίσως να είχε και μια φράση για δασκάλους που αντέχουν, που εμπνέουν, που στηρίζουν. Ή μια παράγραφο ειρωνική για όλα τα στραβά της χώρας αυτής από καταβολής κόσμου.
Τελοσπάντων για να μην τα πολυλογώ, πολλά θα μπορούσε να έχει. Νόμιζα.
Γιατί όταν έκατσα να γράψω, τίποτα δεν έβγαινε σωστό.
Και τίποτα δεν ήταν ασφαλές.
Σε ποιανού τα μάτια μπροστά θα βρεθώ;
Τι να ζει στη ζωή του;
Βοηθάω ή κάνω τα πράγματα χειρότερα;
Ενημερώνω και κινητοποιώ ή απλώς είμαι κι εγώ ένας που θα πει κάτι και να ‘χαμε να λέγαμε;
Μπορούσες, θα μου πεις, να μην ανεβάσεις τίποτα.
Αυτό κάνω.
Και το κάνω με λόγια αυτό το «τίποτα».
Γιατί σε πολλές περιπτώσεις, το «τίποτα» είναι μια δήλωση.
Κι εκτός από τις πράξεις μας, κρινόμαστε κι από τις παραλείψεις μας.
Αυτό το κείμενο θα έλεγε πόσο μας ενοχλεί η χαρά των παιδιών ενώ ταυτόχρονα είναι, υποτίθεται, πρόσωπα ιερά. Θα έλεγε και κάτι συμβολικό για το πώς ανοίγει ή κλειδώνει η πόρτα στην ταράτσα.
Τελικά, δεν έχει ούτε πολλά λόγια, ούτε φωτό, ούτε ιστορία, ούτε λινκ για έρευνες, ούτε συμβουλές, ούτε κλάματα, ούτε τίποτα.
Έχει μόνο αυτό.
Μερικές φορές, καλύτερα να μη λέμε τίποτα.
Διαβάστε ακόμα:
GTA 6: Το marketing ξεκινάει μέσα στο καλοκαίρι υποστηρίζει ο Strauss Zelnick





























Σχόλια 1