Αγαπητέ αναγνώστη, καλωσήρθες στο review του PRAGMATA στο οποίο, μπήκα να παίξω χωρίς να έχω ξεκάθαρη εικόνα στο μυαλό μου για το τι είναι actually. Ένα νέο IP από τη Capcom πάντα φέρνει έναν συνδυασμό ενθουσιασμού και επιφύλαξης. Περιμένεις ποιότητα, ναι, αλλά πάντα υπάρχει το ερώτημα, θα ξεχωρίσει πραγματικά ή θα χαθεί στο πλήθος;

Αφού το έπαιξα στο Xbox Series X από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του, μπορώ να πω ότι ξεχωρίζει. Όχι με φωνές και εντυπωσιασμούς. Περισσότερο σαν μια αργή συνειδητοποίηση. Είναι από αυτά τα παιχνίδια που στην αρχή σε δυσκολεύουν, αλλά σιγά-σιγά σε κερδίζουν μέχρι να χαθείς μέσα τους. Και ειλικρινά; Χαίρομαι που το έπιασα από νωρίς. Έχει αυτή την αίσθηση ότι θα το συζητάμε για καιρό.


Στον πυρήνα του, το PRAGMATA βασίζεται σε μία ιδέα, δεν είναι μόνο shooting και δεν κάνεις μόνο hacking. Κάνεις και τα δύο, ταυτόχρονα και συχνά υπό πίεση. Ελέγχεις τον Hugh, με κίνηση και όπλα όπως σε ένα κλασικό third-person shooter. Στην πλάτη του όμως βρίσκεται το D-I-0336-7 ή καλύτερα η Diana, όπου και εκείνη είναι εξίσου σημαντική, ίσως και περισσότερο. Κάθε μάχη βασίζεται στη δυνατότητά της για hacking, που μετατρέπει κάθε encounter σε ένα γρήγορο puzzle πάνω από τη δράση.
Στην αρχή, είναι χαοτικό. Σημαδεύεις, κινείσαι, προσπαθείς να λύσεις ένα grid ενώ σε κυνηγάνε εχθροί, και ο εγκέφαλος σου απλά δεν συνεργάζεται. Είναι σχεδόν αποπροσανατολιστικό. Μετά όμως κάτι αλλάζει. Αρχίζεις να διαβάζεις καλύτερα τις καταστάσεις. Τα χέρια σου διαχωρίζουν τις ενέργειες χωρίς να το σκέφτεσαι. Και ξαφνικά, αντί να παλεύεις με το παιχνίδι, ρέεις μαζί του. Εκεί καταλαβαίνεις τι πραγματικά είναι, ένα system-driven action game που ανταμείβει την προσαρμοστικότητα.


Ένα πράγμα που πρέπει να πω ξεκάθαρα είναι, ότι με controller το παιχνίδι δυσκολεύει αρκετά. Συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα, και το default sensitivity δεν βοηθάει. Όλα μοιάζουν λίγο αργά για ένα παιχνίδι που ζητά γρήγορες αντιδράσεις. Η πρώτη ουσιαστική διαφορά ήρθε όταν ανέβασα το sensitivity. Μικρή αλλαγή, αλλά μεγάλη επίδραση.
Ακόμα κι έτσι βέβαια, νιώθω ότι στο PC ίσως να λειτουργούσε πιο φυσικά. Το mouse θα έδινε ξεκάθαρη ακρίβεια στο shooting. Παρ’ όλα αυτά, μετά από μερικές ώρες, το controller είναι οκ. Είναι από αυτά που θέλουν υπομονή. Στην αρχή ζορίζεσαι, μετά προσαρμόζεσαι, και στο τέλος δεν το σκέφτεσαι καν. Και εκεί ξεκινά η πραγματική απόλαυση.

Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι ότι το παιχνίδι δεν επαναπαύεται. Σου δίνει τα βασικά από νωρίς, αλλά μετά αρχίζει να χτίζει πάνω σε αυτά. Νέα hacking nodes αλλάζουν τον τρόπο που προσεγγίζεις τις μάχες. Όπλα σε αναγκάζουν να σκεφτείς διαφορετικά. Οι εχθροί γίνονται πιο απαιτητικοί. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ότι το έχω καταλάβει, και αμέσως μετά το παιχνίδι μου ανέτρεπε τα δεδομένα.
Και αυτό είναι καλό. Γιατί δεν δοκιμάζει μόνο τα αντανακλαστικά σου, δοκιμάζει την ικανότητά σου να προσαρμόζεσαι. Οι μάχες γίνονται έντονες. Προσπαθείς να ολοκληρώσεις ένα hack ενώ οι εχθροί σε πιέζουν, δημιουργείς χώρο, αλλάζεις θέση, παίρνεις αποφάσεις σε δευτερόλεπτα. Και όταν όλα δουλέψουν σωστά; Είναι απίστευτα ικανοποιητικό.



Η ποικιλία στα όπλα δεν είναι απλά διακοσμητική. Κάθε επιλογή έχει ρόλο. Δεν αλλάζεις όπλο επειδή έχει περισσότερο damage, αλλά επειδή το χρειάζεται η κατάσταση που βρίσκεσαι. Κάποια σε βοηθούν να ελέγξεις το χώρο, άλλα ανοίγουν ευκαιρίες για hacking, και άλλα τελειώνουν τη δουλειά πιο γρήγορα.
Το σημαντικό είναι ότι όλα συνδέονται με το hacking. Δεν είναι ξεχωριστά συστήματα. Μια σωστή βολή μπορεί να κάνει ένα hack πιο εύκολο. Ένα καλό hack μπορεί να απογειώσει το όπλο σου σε damage. Και έτσι δημιουργείται ένας κύκλος που σε κρατά συνεχώς ενεργό.



Η δομή του παιχνιδιού θυμίζει γνώριμα πράγματα, και λειτουργεί. Όταν επιστρέφεις σε μια περιοχή, οι εχθροί κάνουν respawn. Πολύ Dark Souls vibe και όλο αυτό βγάζει νόημα. Γιατί σου δίνει λόγο να επιστρέψεις. Κάνεις farming, δοκιμάζεις builds, δυναμώνεις. Το shelter λειτουργεί σαν βάση. Εκεί κάνεις upgrades, οργανώνεσαι, προετοιμάζεσαι. Υπάρχει η αίσθηση εξέλιξης, και αυτό κρατάει το ενδιαφέρον σου.



Η εξερεύνηση έχει επίσης την δική της σημασία. Το παιχνίδι σε σπρώχνει να ψάξεις, να επιστρέψεις, να ανακαλύψεις πράγματα που έχασες. Υπάρχει αρκετό platforming, και εδώ φαίνονται κάποιες αδυναμίες. Η κίνηση δεν είναι πάντα όσο ακριβής θα ήθελες. Υπάρχουν στιγμές που ένα άλμα δεν βγαίνει όπως περιμένεις. Δεν είναι καταστροφικό, αλλά το καταλαβαίνεις. Παρόλα αυτά, αξίζει. Τα upgrades, τα collectibles και τα lore στοιχεία σε ανταμείβουν.

Θα στο πω πολύ απλά. η σχέση ανάμεσα στον Hugh και τη Diana είναι η καρδιά του παιχνιδιού, όχι απλά ένα στοιχείο του, αλλά ο λόγος που όλα τα υπόλοιπα αποκτούν βάρος. Σαν ιδέα, δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Ένας άνθρωπος και ένα android που μαθαίνουν ο ένας από τον άλλο, που γεφυρώνουν σιγά-σιγά το χάσμα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Όμως εδώ δεν μένει στην επιφάνεια.
Χτίζεται με υπομονή. Με μικρές στιγμές, με διαλόγους που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν αλλά να δείξουν. Με αστείες ανταλλαγές, αμήχανες σιωπές, και εκείνες τις λεπτομέρειες που σχεδόν περνάνε απαρατήρητες, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι έχουν κάνει όλη τη διαφορά. Το παιχνίδι δεν σε πιέζει να νιώσεις κάτι. Δεν σου λέει ότι αυτή η σχέση είναι σημαντική. Σου το δείχνει, κομμάτι-κομμάτι, όσο προχωράς. Και κάπου στη διαδρομή, χωρίς να το καταλάβεις ακριβώς πότε, αρχίζεις να δένεσαι κι εσύ μαζί τους.
Και τότε όλα αλλάζουν. Οι μάχες αποκτούν ένταση, οι στιγμές ηρεμίας αποκτούν νόημα, και η πορεία τους γίνεται και δική σου. Γιατί στο τέλος, δεν είναι απλά δύο χαρακτήρες που συνεργάζονται. Είναι δύο υπάρξεις που συνδέονται, και αυτή η σύνδεση είναι που κρατάει το παιχνίδι ζωντανό.


Ο κόσμος του Pragmata έχει κάτι το ιδιαίτερο. Δεν προσπαθεί να είναι ‘όμορφος’ με την κλασική έννοια, προσπαθεί να είναι πιστευτός μέσα στην παραξενιά του. Όλη αυτή η εγκατάσταση στη Σελήνη μοιάζει σαν μια εκδοχή της Γης φτιαγμένη από κάτι που την καταλαβαίνει… αλλά όχι πλήρως. Οι χώροι έχουν αυτή τη βαριά, βιομηχανική αίσθηση, γεμάτοι με τεχνολογία που δείχνει λειτουργική αλλά ταυτόχρονα ψυχρή, σχεδόν αποστασιοποιημένη.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, βλέπεις κατασκευασμένες εκδοχές γνώριμων στοιχείων, σαν να προσπαθεί το ίδιο το σύστημα να αναπαράγει τον κόσμο όπως νομίζει ότι πρέπει να είναι. Αυτό δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει σωστά, και αυτή η λεπτομέρεια κάνει τεράστια διαφορά. Δεν είναι απλά ένα sci-fi setting, είναι ένας χώρος με ταυτότητα, με χαρακτήρα, με μια σιωπηλή αφήγηση που τρέχει παράλληλα με την ιστορία. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να τον ‘διαβάζεις’ όσο τον εξερευνάς.
Αν υπάρχει κάτι που σε κερδίζει χωρίς δεύτερη σκέψη στο Pragmata, είναι το soundtrack του. Το synthwave εδώ δεν είναι απλά ‘ταιριαστό’, είναι κομμάτι της ταυτότητας του παιχνιδιού. Στις μάχες ανεβάζει την ένταση με έναν σχεδόν υπόγειο παλμό που σε σπρώχνει να κινηθείς πιο γρήγορα, να πάρεις ρίσκα, να μπεις πιο βαθιά στο ρυθμό του combat.
Και μετά, στις πιο ήσυχες στιγμές, χαμηλώνει χωρίς να χάνεται, δημιουργώντας μια περίεργη αίσθηση μοναξιάς αλλά και θαυμασμού για τον χώρο γύρω σου. Είναι από αυτά τα soundtracks που δεν τα προσέχεις συνειδητά κάθε στιγμή, αλλά αν τα αφαιρέσεις, καταρρέει η ατμόσφαιρα. Και το καλύτερο; Μένει μαζί σου. Πιάνεις τον εαυτό σου να το σκέφτεται και μετά το κλείσιμο του παιχνιδιού.
Ένα πράγμα που αξίζει να ειπωθεί είναι, ότι το performance του παιχνιδιού από την πρώτη μέρα, ήταν εξαιρετικό. Χωρίς προβλήματα, χωρίς bugs που χαλάνε την εμπειρία. Απλά δουλεύει όπως πρέπει. Και αυτό, ακόμα και τώρα, δεν είναι δεδομένο. Ένα μεγάλο μπράβο στη Capcom, γιατί τέτοιες κυκλοφορίες τις έχουμε ανάγκη.


Το Pragmata δεν είναι τέλειο και ίσως αυτό να είναι μέρος της γοητείας του. Ναι, οι χειρισμοί θέλουν χρόνο μέχρι να συνηθίσουν στα χέρια σου, το platforming έχει τα μικρά του λάθη, και η ιστορία περπατάει σε γνώριμα μονοπάτια. Αλλά ξέρεις τι; Τίποτα από αυτά δεν είναι αυτό που θυμάσαι όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.
Αυτό που μένει είναι εκείνες οι στιγμές που όλα δένουν. Όταν το combat αποκτά ρυθμό, όταν το shooting και το hacking γίνονται ένα, όταν δεν σκέφτεσαι πια τι πατάς και απλά αντιδράς. Εκεί που το παιχνίδι σταματά να σου φαίνεται δύσκολο και αρχίζει να σου φαίνεται… σωστό.
Είναι από αυτά τα σπάνια παιχνίδια που δεν φοβούνται να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Που παίρνουν μια ιδέα, την πιέζουν μέχρι τα όριά της και τελικά τη δικαιώνουν. Και όσο προχωράς, τόσο περισσότερο νιώθεις ότι δεν παίζεις απλά κάτι καλό, παίζεις κάτι που έχει λόγο ύπαρξης.
Αν του δώσεις τον χρόνο που ζητάει, θα σου το επιστρέψει πίσω διπλά. Με ένταση, με στιγμές που θα θυμάσαι, με εκείνο το συναίσθημα του ότι “ναι, τελικά άξιζε”. Και όταν τελειώσει; Δεν μένεις απλά ικανοποιημένος. Μένεις με την ανάγκη για περισσότερο.
Βαθμολογία 9/10
Διαβάστε ακόμα:
Το Xbox εστιάζει ξανά στα Series X|S
Το εφιαλτικό ταξίδι του Hell Clock συνεχίζεται και στις κονσόλες με νέο expansion
























