Υπάρχει κάτι παράξενα οικείο στον Styx. Ίσως είναι το σαρκαστικό του ύφος. Ίσως είναι το γεγονός ότι αρνείται ανυποχώρητα να ακολουθήσει τους κανόνες των σύγχρονων blockbuster. Την ώρα που πολλά παιχνίδια κυνηγούν θέαμα, εκρήξεις και κινηματογραφική υπερβολή, το Styx: Blades of Greed μπαίνει αθόρυβα, χαμογελά ειρωνικά και λέει: ‘Όχι. Εδώ παίζουμε stealth.’ Και ειλικρινά; Μόνο αυτό αρκεί για να τραβήξει το ενδιαφέρον.
Από την Cyanide Studio, η νέα αυτή προσθήκη μοιάζει με επιστροφή σε μια εποχή όπου τα stealth παιχνίδια ήταν παντού. Ημι-γραμμικά επίπεδα. Αργός ρυθμός. Trial-and-error προσέγγιση. Καμία ψευδαίσθηση υπερδυνάμεων. Δεν είσαι ήρωας. Είσαι ένας εύθραυστος goblin που επιβιώνει μόνο αν δεν τον δουν. Αυτή είναι η βάση. Αλλά πόσο καλά λειτουργεί; Ε, εδώ τα πράγματα μπλέκουν.

Το Blades of Greed συνεχίζει αμέσως μετά το Styx: Shards of Darkness, κάτι που οι παλιοί παίκτες θα εκτιμήσουν. Οι νέοι όμως; Λιγότερο. Το παιχνίδι υποθέτει ότι γνωρίζεις πρόσωπα, γεγονότα και σχέσεις. Πολλά στοιχεία απλώς παρουσιάζονται χωρίς εξηγήσεις. Στην αρχή, όλα δείχνουν εντυπωσιακά κινηματογραφικά. Συχνά cutscenes. Διάλογοι. Ροή. Για λίγο, δίνει την αίσθηση ενός story-driven adventure. Και μετά αλλάζει τόνο.
Η αφήγηση χαλαρώνει αισθητά. Τα cutscenes αραιώνουν. Οι αποστολές μετατρέπονται σε επαναλαμβανόμενα Quartz hunts. Μπορεί να περάσουν ώρες χωρίς ουσιαστική εξέλιξη της πλοκής. Ο Styx κυνηγά δύναμη, παλεύει με παρενέργειες, εμπλέκεται σε πολιτικές εντάσεις… αλλά το παιχνίδι σπάνια μεταφέρει το βάρος αυτών των εξελίξεων. Σου λέει τι συμβαίνει. Δεν στο δείχνει πάντα. Κακή ιστορία; Όχι. Ιστορία που μένει; Εκεί αρχίζουν οι αμφιβολίες.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι, το Styx ήταν πάντα stealth-first εμπειρία. Το Blades of Greed το κάνει ακόμα πιο σαφές. Το combat υπάρχει, αλλά μοιάζει σχεδόν συμβολικό. Ο Styx χτυπά άτσαλα, αποφεύγει αδέξια και συνήθως πεθαίνει γρήγορα. Το να προσπαθείς να πολεμήσεις κατά μέτωπο μοιάζει με παρεξήγηση της ίδιας της φιλοσοφίας του παιχνιδιού. Δεν ήταν ποτέ άλλωστε αυτός ο σωστός τρόπος. Η επιτυχία απαιτεί υπομονή. Παρατήρηση. Κατανόηση των patrol routes. Προσεκτικό timing. Είναι stealth στην πιο καθαρή, και κάποιες φορές αμείλικτη, μορφή του. Στις πρώτες ώρες, όμως, η ποικιλία είναι περιορισμένη. Λίγα εργαλεία. Λίγες επιλογές. Οι συναντήσεις επαναλαμβάνονται. Κρύψου, απέσπασε προσοχή, σκότωσε, εξαφανίσου. Αλλά και αυτό έχει σημασία, διότι η εμπειρία βελτιώνεται αισθητά, καθώς αυξάνονται τα abilities.


Το cloning επιστρέφει. Το invisibility επιστρέφει. Και οι Quartz-based δυνάμεις προσθέτουν ουσιαστικό βάθος. Το Mind Control, ειδικά, ξεχωρίζει. Υπάρχει κάτι απολαυστικό στο να χειρίζεσαι διακριτικά έναν εχθρό και να προκαλείς χάος χωρίς να εκτεθείς. Τα abilities είναι ισχυρά αλλά όχι ανεξέλεγκτα. Το Amber management παίζει καθοριστικό ρόλο. Δεν μπορείς να βασίζεσαι σε μία μόνο λύση. Σχεδιάζεις. Προσαρμόζεσαι. Αυτοσχεδιάζεις. Όταν όλα λειτουργούν σωστά, το stealth λάμπει. Όταν όχι; Η δυσκολία γίνεται όλο και πιο σκληρή.


Αν υπάρχει ένα στοιχείο που το Blades of Greed εκτελεί εξαιρετικά, αυτό είναι το level design. Οι περιοχές είναι μεγάλες, πολυεπίπεδες και βαθιά κάθετες. Στέγες, δοκάρια, κρυφές διαδρομές, μικρά ανοίγματα σε τοίχους, σχεδόν πάντα υπάρχει ένας εναλλακτικός δρόμος. Και συνήθως βρίσκεται πάνω σου. Η κάθετη κίνηση μετατρέπεται σε βασικό μηχανισμό επιβίωσης. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι χώροι αυτοί παραμένουν ‘καθαροί’ σχεδιαστικά. Δεν αισθάνεσαι χαμένος. Δεν αισθάνεσαι περιορισμένος. Το παιχνίδι σπάνια σε σπρώχνει σε μία μόνο λύση. Αντίθετα, ενθαρρύνει τον πειραματισμό.


Υπάρχει μια ιδιαίτερη ικανοποίηση στο να ανακαλύπτεις νέα μονοπάτια. Ένα δοκάρι που δεν είχες προσέξει. Μια σκιά που αλλάζει ολόκληρη την προσέγγιση. Βέβαια, υπάρχει και η άλλη πλευρά, που λέγεται backtracking. Το παιχνίδι σε στέλνει συχνά σε ήδη γνωστές περιοχές. Οι αποστολές αλλάζουν, αλλά το περιβάλλον παραμένει το ίδιο. Δεν είναι καταστροφικό, ειδικά όταν νέα εργαλεία όπως το grappling hook και το glider ανανεώνουν τις επιλογές σου, αλλά η αίσθηση φρεσκάδας μειώνεται. Παρόλα αυτά, ο βασικός σχεδιασμός παραμένει εξαιρετικός.

Η κίνηση είναι ο βασικός κορμός του παιχνιδιού. Climbing, gliding, grappling, δεν είναι απλώς εντυπωσιακά features, είναι απαραίτητα. Σε γενικές γραμμές, ο Styx κινείται με άνεση. Είναι ευέλικτος, γρήγορος, σχεδόν ρευστός. Μετά από λίγες ώρες, η πλοήγηση στους κάθετους χώρους αυτοματοποιείται.
Και τότε είναι που έρχεσαι αντιμέτωπος με εκείνες τις στιγμές. Η προεξοχή που δεν πιάνεται. Το άλμα που φαίνεται σωστό αλλά αποτυγχάνει. Μικρά προβλήματα. Αλλά σε stealth παιχνίδι, η ακρίβεια είναι τα πάντα. Ένα χαμένο grab μπορεί να σημαίνει detection. Και detection σημαίνει, σχεδόν πάντα, θάνατος. Δεν καταστρέφουν την εμπειρία. Αλλά σε ενοχλούν.


Το combat δεν είναι ο πρωταγωνιστής. Και αυτό είναι λογικό. Ο Styx δεν σχεδιάστηκε ως πολεμιστής. Είναι κλέφτης, δολοφόνος, επιζών. Παρόλα αυτά, όταν η μάχη γίνεται αναπόφευκτη, το σύστημα δείχνει τις αδυναμίες του. Τα χτυπήματα στερούνται βαρύτητας. Οι αντιδράσεις των εχθρών μοιάζουν άκαμπτες. Η καλύτερη στρατηγική; Τρέξε. Eίναι ακριβώς αυτό που θέλει το παιχνίδι να κάνεις.


Το Blades of Greed δεν στηρίζεται στην τεχνολογική υπερβολή, αλλά στην καλλιτεχνική συνοχή. Τα περιβάλλοντα είναι πυκνά και προσεγμένα. Ο φωτισμός δεν λειτουργεί μόνο αισθητικά, είναι καθαρά gameplay εργαλείο. Οι σκιές έχουν σημασία. Οι αντιθέσεις φωτός και σκοταδιού καθορίζουν τις αποφάσεις που θα πάρεις. Πιθανότατα, το πιο όμορφο Styx μέχρι σήμερα. Τα cutscenes, ωστόσο, παρουσιάζουν μικρές τεχνικές ατέλειες. Texture streaming καθυστερήσεις. Ορατό pop-in. Μεγάλα assets που φορτώνουν ελαφρώς αργά. Τίποτα δραματικό. Αλλά επηρεάζει την αίσθηση ενός ‘ολοκληρωμένου’ αποτελέσματος.


Σε μία stealth εμπειρία, ο ήχος είναι τα πάντα. Και εδώ το παιχνίδι τα πάει καλά. Βήματα. Φωνές φρουρών. Ambient ήχοι. Σιωπή. Δεν βασίζεσαι αποκλειστικά στο UI. Ακούς. Αντιδράς. Υπολογίζεις κινδύνους. Ο Styx, φυσικά, παραμένει απολαυστικός. Ο σαρκασμός, τα σχόλια, η ειρωνεία, προσθέτουν χαρακτήρα χωρίς να διαλύουν την ατμόσφαιρα. Η φωνητική απόδοση των υπόλοιπων χαρακτήρων είναι πιο άνιση. Κάποιες ερμηνείες μοιάζουν flat ή ελαφρώς αταίριαστες. Δεν χαλούν το παιχνίδι. Αλλά ξεχωρίζουν.

Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Η απόδοση στο PC δεν είναι πάντα σταθερή. Υπάρχουν στιγμές ομαλής εμπειρίας. Και στιγμές όπου εμφανίζονται stutters, frame pacing προβλήματα ή μικρά bugs. Collision glitches. Περίεργες φυσικές αντιδράσεις. Σπάνια, αλλά υπαρκτά. Και μετά υπάρχουν τα πιο σοβαρά θέματα. Crashes.
Σε ένα stealth παιχνίδι, η απώλεια προόδου πονά διαφορετικά. Δεν πρόκειται για γρήγορες μάχες. Πρόκειται για αργές, προσεκτικές ακολουθίες και όταν η τεχνική αστάθεια διακόπτει αυτόν τον ρυθμό, η απογοήτευση είναι αναπόφευκτη.

Αυτό που κάνει το παιχνίδι τόσο ενδιαφέρον και ταυτόχρονα τόσο εκνευριστικό, είναι το πόσο κοντά φτάνει στο κάτι πραγματικά εξαιρετικό. Το stealth σύστημα είναι έξυπνο. Το level design είναι εξαιρετικό. Η ταυτότητα είναι ξεκάθαρη. Κι όμως, μικρές αδυναμίες επιμένουν να υπάρχουν. Ρυθμικές αστάθειες στην αφήγηση. Τεχνικά προβλήματα. Μηχανισμοί που μοιάζουν ελαφρώς ανολοκλήρωτοι. Είναι καλό παιχνίδι δεν λέω το αντίθετο. Κάποιες στιγμές κιόλας πολύ καλό. Αλλά δεν μπορείς να αγνοήσεις την αίσθηση ότι χρειαζόταν λίγο παραπάνω polishing.


Σε επίπεδο εξέλιξης, το Blades of Greed δείχνει ξεκάθαρα πόσο έχει προχωρήσει η σειρά από τα προηγούμενα δύο παιχνίδια. Η βασική φιλοσοφία παραμένει ίδια, stealth πάνω απ’ όλα, αλλά η κλίμακα και η ρευστότητα του gameplay έχουν αλλάξει αισθητά. Τα επίπεδα είναι μεγαλύτερα και προσφέρουν σαφώς περισσότερη ελευθερία προσέγγισης. Οι μηχανισμοί κίνησης είναι πιο ομαλοί, οι επιλογές περισσότερες και οι Quartz-based δυνάμεις προσθέτουν μια διάσταση που τα παλαιότερα παιχνίδια απλώς υπαινίσσονταν. Ακόμη και σε οπτικό επίπεδο, το παιχνίδι μοιάζει πιο σίγουρο για την ταυτότητά του, με πιο πυκνά περιβάλλοντα και πιο ώριμη αισθητική κατεύθυνση. Δεν πρόκειται για ριζική μεταμόρφωση της φόρμουλας, αλλά για μια ουσιαστική, σταδιακή πρόοδο, στο είδος της εξέλιξης που κάνει τη σειρά να αισθάνεται πιο ‘γεμάτη’ χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της.
Αν αγαπάς τα stealth παιχνίδια, το Blades of Greed αξίζει την προσοχή σου, με επιφυλάξεις. Θα εκτιμήσεις τη φιλοσοφία σχεδιασμού. Την υπομονή που απαιτεί. Τα πολυεπίπεδα περιβάλλοντα. Την ικανοποίηση μιας τέλεια εκτελεσμένης διείσδυσης. Αν είσαι νέος στο είδος; Τα πράγματα δυσκολεύουν.
Η καμπύλη μάθησης είναι απότομη. Τα περιθώρια λάθους μικρά. Δεν είναι ‘χαλαρή’ stealth εμπειρία. Το Blades of Greed πετυχαίνει εκεί όπου έχει μεγαλύτερη σημασία, στο ίδιο το stealth, αλλά σκοντάφτει στη συνοχή και τη λεπτομέρεια. Απολαυστικό; Ναι. Άψογο; Καθόλου. Αξιομνημόνευτο; Εξαρτάται από την ανοχή σου στις ατέλειες. Ένα πράγμα, πάντως, παραμένει βέβαιο, ο Styx δεν έχει χάσει την ταυτότητά του. Παραμένει αιχμηρός, σαρκαστικός και αφοσιωμένος σε ένα είδος που σπάνια βρίσκεται πλέον στο προσκήνιο. Και μόνο αυτό… έχει τη δική του αξία.
Βαθμολογία 8/10
Διαβάστε ακόμα:

























Σχόλια 2